εσώκλειστος

-η, -ο
1. αυτός που είναι κλεισμένος μέσα σε κάτι, κυρίως σε φάκελο επιστολής («εσώκλειστος λογαριασμός»).
επίρρ...
εσωκλείστως και -α
μέσα σε κάτι, ιδίως σε φάκελο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εσω-κλείω. Η λ. μαρτυρείται από το 1824 στα Έγγραφα Ελληνικής Κυβερνήσεως].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εσώκλειστος — η, ο αυτός που είναι κλειστός μέσα σε κάτι, κυρ. σε φάκελο: Εσώκλειστο σημείωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έγκλειστος — η, ο 1. ο κλεισμένος, ο περιορισμένος σε κλειστό χώρο. 2. ο κλεισμένος στις φυλακές, ο φυλακισμένος. 3. (για επιστολές και ταχυδρομικά δέματα), ο εσώκλειστος: Σου στέλνω έγκλειστη τη βεβαίωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.